αράδιασμα

αράδιασμα
τό
1) расположение в ряд, в линию; выстраивание (в очередь); 2) перечисление, изложение по порядку; 3) наговаривание, нагораживание (чепухи, вздора)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αράδιασμα" в других словарях:

  • αράδιασμα — το, ατος η τοποθέτηση στη σειρά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παράταξη — η / παράταξις, άξεως, ΝΜΑ [παρατάσσω] η πράξη και το αποτέλεσμα τού παρατάσσω ή παρατάσσομαι, η τοποθέτηση τού ενός κοντά στον άλλο προκειμένου για περισσότερα από ένα άτομα, η τοποθέτηση στη σειρά, το αράδιασμα πραγμάτων νεοελλ. 1. η τάξη, η… …   Dictionary of Greek

  • φρέσκος — ια, ο, θηλ. και η, Ν 1. πρόσφατος, νωπός («φρέσκα φρούτα») 2. δροσερός («φρέσκο δέρμα») 3. μτφ. ζωηρός, ακμαίος («φρέσκο μυαλό») 4. το ουδ. ως ουσ. βλ. φρέσκο (Ι) 5. φρ. «φρέσκος αέρας» α) ευχάριστη, δροσερή ατμόσφαιρα β) ειρων. αράδιασμα λόγων… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»